Το παιδί και ο σκύλος…

Η πόρτα της αποθήκης δεν έκλεινε καλά και τώρα τελευταία του ‘λειπαν πράγματα, εργαλεία. Μήπως τον έκλεβε κανείς;

Και τα πουλιά του τσίμπαγαν τους σπόρους, του σκίζαν τα τσουβάλια.

Που θα πήγαινε αυτή η δουλειά;

“Πάρε έναν σκύλο φύλακα και δέσε τον εκεί απέξω!” του είπε ένας φίλος.

Δυό-τρία σπίτια πιο κάτω είχε γεννήσει η σκύλα του γείτονα. Θα του ζητούσε ένα κουτάβι.

Έχωσε βαθιά στην γή μια βέργα, την χτύπησε, την γύρισε και πέρασε έναν κρίκο, μια αλυσίδα και ένα βαρέλι δίπλα. Αυτό θα ‘ταν το σπίτι του.

Δέθηκε το κουτάβι.

Τα πρώτα βράδια έσκουζε, ζήταγε την μάνα του. Σιγά σιγά συνήθισε και έκοψε το κλάμα. Έμαθε να γαβγίζει και να διώχνει τα πουλιά και όποιον ζύγωνε κοντά.

Έμαθε να κατεβάζει το κεφάλι όταν πλησίαζε ο αφέντης. Μιά-δύο φορές τον άγγιξε, του άλλαξε κολάρο.

Και περνούσε ο καιρός, η αλυσίδα ελάφρυνε. Μεγάλωνε. ‘Εγινε σκύλος.

Ο αφέντης ευχαριστημένος με τον φύλακα, δεν του ‘χε λείψει κάτι.

Άλλαζαν οι εποχές. Δεν έβλεπε και πολλά εκεί, τον φράχτη, την πόρτα της αποθήκης και την ζωή που έφευγε και δεν την ζούσε.

Τα καλοκαίρια όμως γινόταν κάτι που του ‘δινε χαρά. Ο εγγονός του αφέντη, ένα ξεχωριστό παιδί του κράταγε παρέα. Και είχε μια κρυφή ιδιότητα: μιλούσε με τα ζώα. Τον είχε ρωτήσει αν πονά, αν υποφέρει.

Ήταν περήφανος ο φύλακας, δεν θα ‘δειχνε καμιά αδυναμία. “Είμαι καλά” του απάνταγε.

Τον είχε ακούσει να παρακαλάει τον αφέντη “Παππού λύσε τον σκύλο”.

Τον είχε ακούσει να κλαίει στο “Όχι”.

Τα χρόνια έφυγαν, ο αφέντης δεν άντεχε πιά. Το ίδιο και ο σκύλος.

Ένα πρωί τους άκουσε που έλεγαν ότι ο αφέντης του αρρώστησε, ήρθαν και πήραν τον παππού για το νοσοκομείο. Ο εγγονός, άντρας πιά, ανέλαβε το κτήμα.

Την πρώτη μέρα αφέντης εκεί, πήρε μια μεγάλη πένσα και έκοψε τον κρίκο.

“Έλα μαζί μου” . Η αλυσίδα έμεινε να κείτεται στο χώμα. Πρώτη φορά είδε το σπίτι από μέσα.

Του έστρωσε μια μαλακή κουβέρτα μπροστά στο τζάκι. “Ξάπλωσε εδώ να ζεσταθείς και εγώ θα σου μιλάω”. Ο σκύλος ήταν γέρος πιά, τα πόδια του πονούσαν. Η κουβέρτα αφράτη σαν το σύννεφο και η ζέστη του τζακιού παράδεισος. Το παιδί μιλούσε.Του είπε τι είναι η θάλασσα, τι χρώματα έχουν τα βουνά και πόσο ωραία μύριζε η βροχή μέσα στο δάσος.

Μιλούσε ώσπου κατάλαβε πως νανούρισε τον σκύλο.

“Παιδί να πείς στον γέρο πως τον συγχωρώ, δεν του κρατάω κακία.

Δεν ήξερε αλλιώς. Και εσένα σε ευχαριστώ”.

‘Ενιωσε το χέρι να του χαιδεύει απαλά το κεφάλι και αποκοιμήθηκε.

Ξημέρωσε ένα όμορφο πρωινό, αλλά δεν ξύπνησε ο παππούς.

Ούτε ο σκύλος.

Έφυγαν και οι δυό αφήνοντας κληρονομιά στο παιδί.

Θα άλλαζε τον κόσμο. Είχε το μέλλον, είχε την δύναμη και την αγάπη που χρειαζόταν.

Είχε την ελπίδα.

Θα άλλαζε ότι στραβό του άφησαν. Γιατί αλλιώς δεν ήξερε και άλλο δεν μπορούσε.

Πηγή: http://www.press-gr.com